σκαπανέας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκαπανέας
Where it comes from
σκαπανέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαπανεύς (σκαφτιάς) < σκαπάνη
noun σκαπανέας · σκαπανείς · σκαπανέα · σκαπανέως · σκαπανέων
- πρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο της δουλειάς του τη σκαπάνη, σκαφτιάς
- ειδικότητα στο στρατό ξηράς, κυρίως στο Μηχανικό στη μονάδα υπήρχαν και δύο σκαπανείς Πεζικού
- στρατιώτης του Μηχανικού
- πρωτοπόρος, αυτός που ανοίγει δρόμους σε έναν τομέα
In English
- sapper historical or traditional term for "combat engineer"
Talk about this word "σκαπανέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σκαπανέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82 "σκαπανέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκαπανέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}