σκαπανέας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκαπανέας

Where it comes from

σκαπανέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαπανεύς (σκαφτιάς) < σκαπάνη

noun σκαπανέας · σκαπανείς · σκαπανέα · σκαπανέως · σκαπανέων

  1. rare, σπάνιο, επάγγελμα πρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο της δουλειάς του τη σκαπάνη, σκαφτιάς
  2. στρατιωτικός όρος ειδικότητα στο στρατό ξηράς, κυρίως στο Μηχανικό στη μονάδα υπήρχαν και δύο σκαπανείς Πεζικού
  3. figuratively, συνεκδοχικά στρατιώτης του Μηχανικού
  4. feminine, figuratively, masculine, μεταφορικά, αρσενικό ή θηλυκό πρωτοπόρος, αυτός που ανοίγει δρόμους σε έναν τομέα

In English

  • sapper historical or traditional term for "combat engineer"

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκαπανέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκαπανέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82

Chicago

"σκαπανέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκαπανέας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}