मिकविन

σκαρφίζομαι

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

σκαρφίζομαι

  • ska.ɾiˈfi.zo.me

यह कहाँ से आया

σκαρφίζομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *σκαριφίζομαι < ελληνιστική κοινή σκαριφάομαι, ῶμαι, με μεταπλασμό σε -ίζομαι.

क्रिया σκαρφίζομαι · σκαρφιζόμενος · σκαρφισμένος · σκαρφιζόμουν · σκαρφιζόμουνα

  1. familiar, προφορικό, οικείο, συνήθως αρνητική συνυποδήλωση επινοώ, σκέφτομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σε ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα ≈ συνώνυμα: εφευρίσκω, μηχανεύομαι, σκαρώνω, σοφίζομαι, τεχνάζομαι

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"σκαρφίζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκαρφίζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"σκαρφίζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκαρφίζομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}