σκασιαρχείο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκασιαρχείο

  • ska.si.aɾˈçi.o

Where it comes from

σκασιαρχείο < σκασιάρχης + -είο

noun σκασιαρχείο · σκασιαρχεία · σκασιαρχείου · σκασιαρχείων

  1. το να μην πηγαίνει ένας μαθητής στο μάθημά του, χωρίς έγκυρη δικαιολογία και συνήθως χωρίς τη γνώση των κηδεμόνων του ※ Η Ελένη γλιστράει δίπλα στη φιλενάδα της και της δείχνει την πόρτα. Είναι η κατάλληλη στιγμή για το μικρό τους σκασιαρχείο. Κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλάκια, φτάνουν στο ισόγειο κι από 'κει στο προαύλιο της στρογγυλής πλατειούλας. (Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)

Similar: κοπάνα

Thesaurus

noun

Similar: κοπάνα

In English

  • truancy the act of shirking from responsibilities and duties

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκασιαρχείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκασιαρχείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"σκασιαρχείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκασιαρχείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}