σκιά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκιά¹
- sciˈa
Where it comes from
σκιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκιά
noun σκιά · σκιές · σκιάς · σκιών
- η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευρά Κάτσαμε να ξεκουραστούμε στη σκιά του μεγάλου πλάτανου.
- σχετικά σκοτεινή περιοχή, σκοτάδι Ο ύποπτος χάθηκε μέσα στις σκιές της νύχτας.
- για κάτι που στενοχωρεί μια σκιά φόβου, μια σκιά υποψίας
- για να δηλώσει παρακμή, αδυναμία Έχει γίνει η σκιά του παλιού του εαυτού.
- κάτι που μας ακολουθεί παντού Έγινα η σκιά του, τον ακολουθούσα παντού, αλλά δεν ανακάλυψα τίποτα ύποπτο.
- είδος καλλυντικού για το χρωμάτισμα της περιοχής των ματιών στα βλέφαρα
- κάτι που είναι άυλο ※ Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
Σκιά²
Where it comes from
Σκιά < γενική ενικού του αρσενικού Σκιάς
proper noun Σκιά · Σκιάς · Skia
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "σκιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. σκιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC "σκιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}