σκιάζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκιάζω
- sciˈa.zo
- ˈsca.zo
Where it comes from
σκιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκιάζω (κάνω σκιά)
verb σκιάζω · σκίαζα · σκίασα · σκιάζομαι · σκιάστηκα · σκιασμένος
- κάνω σκιά πάνω σε κάτι, π.χ. χρησιμοποιώντας ένα αντικείμενο σαν την ομπρέλα. Περίμενε να σκιάσω μια γωνιά στη βεράντα για να κάτσουμε χωρίς να μας χτυπάει ο ήλιος.
- επισκιάζω Το όνομα του πατέρα του τον σκιάζει ό,τι και να κάνει.
- δημιουργώ σκιές σε μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα σχέδιο Πρέπει να σκιάζεις με αγάπη το έργο σου, γιατί η σκια είναι σκοτεινή, όμως όταν ζωγραφίζεις εκείνη είναι που αναδεικνύει το φως.
- σκουραίνω με γραμμοσκίαση διάφορα σημεία σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο ή σε μια άσκηση γεωμετρίας για να ξεχωρίσουν από το υπόλοιπο, χωρίς απαραιτήτως να υποδηλώνεται σκιά Σκιάστε το τμήμα που αναλογεί στο εμβαδόν που υπολογίσατε.
Similar: ισκιώνω
verb σκιάζω · έσκιαζα · έσκιαξα · σκιάζομαι · σκιάχτηκα · σκιαγμένος
- τρομάζω, φοβίζω Μη με σκιάζεις με ιστορίες για φαντάσματα τέτοια ώρα!
Thesaurus
verb
Similar: ισκιώνω
In English
Talk about this word "σκιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σκιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "σκιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}