Μίκουιν

σκληρόκαρδος

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

σκληρόκαρδος

  • skliˈɾo.kaɾ.ðos

Από πού έρχεται

σκληρόκαρδος < ελληνιστική κοινή σκληροκάρδιος < αρχαία ελληνική σκληρός + καρδία. Μορφολογικά αναλύεται σε σκληρό- + καρδ(ιά) + -ος

επίθετο σκληρόκαρδος · σκληρόκαρδη · σκληρόκαρδο · σκληρόκαρδου · σκληρόκαρδης

  1. κτητικό σύνθετο που έχει «σκληρή» καρδιά

Παρόμοιες: άκαρδος, άπονος, άσπλαχνος, ανάλγητος, ανελέητος, ασυμπόνετος · Αντίθετο: πονετικός, σπλαχνικός

Συνώνυμα και αντώνυμα

Στα αγγλικά

  • callous emotionally hardened
  • obdurate Stubbornly persistent, generally in wrongdoing; refusing to reform or repent
  • hardhearted lacking in compassion

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"σκληρόκαρδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκληρόκαρδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"σκληρόκαρδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκληρόκαρδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}