Σκοπιανός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Σκοπιανός

  • sko.pçaˈnos

Where it comes from

Σκοπιανός < τοπωνύμιο Σκόπι(α) + -ανός

proper noun Σκοπιανός · Σκοπιανοί · Σκοπιανού · Σκοπιανών · Σκοπιανό · Σκοπιανούς

  1. offensive, εθνικό όνομα, μειωτικό ο Βορειομακεδόνας, Σλαβομακεδόνας, ο πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας απαξιωτικά
  2. demonym, πατριδωνυμικό που κατοικεί στα Σκόπια, την πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας, ή κατάγεται από εκεί

proper noun Σκοπιανός · Σκοπιανοί · Σκοπιανού · Σκοπιανών · Σκοπιανό · Σκοπιανούς

  1. demonym, πατριδωνυμικό που είναι κάτοικος ή κατάγεται από πόλη που ονομάζεται Σκοπός, όπως η κωμόπολη Νέος Σκοπός των Σερρών ή οΣκοπό της Ανατολικής Θράκης (το σημερινό Üsküp της επαρχίας Κιρκλάρελι στην Τουρκία) ※ ’Στον παλιό Σκοπό είχαν πολλές εκκλησίες και μοναστήρια κι έκαναν πολλά πανηγύρια. Οι Σκοπιανοί φίλοι του Διονύσου, ζηωροί και εύθυμοι με πολύ κέφι γλεντούσαν ’ς τα πανηγύρια τους

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"Σκοπιανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Σκοπιανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"Σκοπιανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Σκοπιανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}