σκοτώνω

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

σκοτώνω

  • skoˈto.no

Da dove viene

σκοτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκοτώνω < σκοτῶ < αρχαία ελληνική σκοτόω < σκότος

verbo σκοτώνω · σκότωσα · σκοτώνομαι · σκοτώθηκα · σκοτωμένος

  1. σταματάω, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
  2. figuratively, μεταφορικά, για εμπορεύματα πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του
  3. familiar, οικείο, για λέξεις σε χειρόγραφο κείμενο γράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Τη σκότωσες τη λέξη!
  4. figuratively, μεταφορικά χτυπάω σοβαρά ή δυνατά Σκόνταψα στο σκαλοπάτι και σκοτώθηκα! Φέρε πάγο!

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"σκοτώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκοτώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"σκοτώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκοτώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}