σκουλήκι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκουλήκι

  • skuˈli.ci

Where it comes from

σκουλήκι < αρχαία ελληνική σκώληξ

noun σκουλήκι · σκουλήκια · σκουληκιού · σκουληκιών

  1. ζωολογία μικρό ερπετό ζώο χωρίς σπονδύλους, σκελετό και άκρα, με σωληνοειδές και μακρουλό σώμα, το οποίο χωρίζεται σε μικρά τμήματα
  2. η κάμπια των εντόμων

    Similar: προνύμφη

  3. figuratively, μεταφορικά τιποτένιος και γλοιώδης χαρακτήρας ανθρώπου ένα σκουλήκι ήσουν, για αυτό δεν κέρδισες τίποτε!
  4. figuratively, μεταφορικά βασανιστικό συναίσθημα ή έμμονη ιδέα

    Similar: σαράκι

  5. πληροφορική worm: κακόβουλο λογισμικό πιο επιθετικό από τον απλό ιό (computer virus) επειδή (χωρίς την εκτέλεση μολυσμένου προγράμματος από τον χρήστη) εντοπίζει τις διασυνδέσεις ενός υπολογιστή σε ένα δίκτυο και μολύνει τους άλλους υπολογιστές του δικτύου Δείτε επίσης: Σκουλήκι υπολογιστή στη Βικιπαίδεια

In English

  • maggot dipterous insect's larva that eats decomposing organic matter
  • earthworm person
  • worm animal

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκουλήκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκουλήκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σκουλήκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκουλήκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}