σκουλήκι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκουλήκι
- skuˈli.ci
Where it comes from
σκουλήκι < αρχαία ελληνική σκώληξ
noun σκουλήκι · σκουλήκια · σκουληκιού · σκουληκιών
- μικρό ερπετό ζώο χωρίς σπονδύλους, σκελετό και άκρα, με σωληνοειδές και μακρουλό σώμα, το οποίο χωρίζεται σε μικρά τμήματα
-
η κάμπια των εντόμων
Similar: προνύμφη
- τιποτένιος και γλοιώδης χαρακτήρας ανθρώπου ένα σκουλήκι ήσουν, για αυτό δεν κέρδισες τίποτε!
-
βασανιστικό συναίσθημα ή έμμονη ιδέα
Similar: σαράκι
- worm: κακόβουλο λογισμικό πιο επιθετικό από τον απλό ιό (computer virus) επειδή (χωρίς την εκτέλεση μολυσμένου προγράμματος από τον χρήστη) εντοπίζει τις διασυνδέσεις ενός υπολογιστή σε ένα δίκτυο και μολύνει τους άλλους υπολογιστές του δικτύου Δείτε επίσης: Σκουλήκι υπολογιστή στη Βικιπαίδεια
In English
Talk about this word "σκουλήκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σκουλήκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9 "σκουλήκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκουλήκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}