σκουλαρίκι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκουλαρίκι

  • sku.laˈɾi.ci

Where it comes from

σκουλαρίκι < μεσαιωνικό ελληνικό σχολαρίκιον < χαρακτηριστικό στρατιωτών του πρώιμου βυζαντινού κράτους, οι οποίοι ονομάζονταν scholarii < αρχαία ελληνική σχολή η πλήρης φράση: σχολαρικόν ενώτιον (το ενώτιο του σχολάριου). Σχολαρικόν > σχολαρίκιον> σκολαρίκι > σκουλαρίκι.

noun σκουλαρίκι · σκουλαρίκια · σκουλαρικιού · σκουλαρικιών

  1. κόσμημα, συνήθως μεταλλικό, το οποίο φοράται από τρύπα, συνήθως του λοβού του αυτιού ※ Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)

Similar: ενώτιο

Thesaurus

noun

Similar: ενώτιο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκουλαρίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκουλαρίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σκουλαρίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκουλαρίκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}