σκουμπρί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκουμπρί
Where it comes from
σκουμπρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκουμπρίον < *σκομβρίον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική σκόμβρος
noun σκουμπρί · σκουμπριά · σκουμπριού · σκουμπριών
- πελαγικό είδος ψαριού (Scomber scombrus, Σκόμβρος ο γνήσιος), της οικογένειας Σκομβρίδες, συγγενικό με τον κολιό. Περιζήτητο βρώσιμο ψάρι. ※ Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι α
Similar: τσίρος
Thesaurus
noun
Similar: τσίρος
In English
- mackerel edible fish
Talk about this word "σκουμπρί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. σκουμπρί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AF "σκουμπρί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκουμπρί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}