σκουριασμένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκουριασμένος
Where it comes from
σκουριασμένος. μετοχή παθητικού παρακειμένου σκουριάζω
verb σκουριασμένος · σκουριασμένη · σκουριασμένο · σκουριασμένου · σκουριασμένης
- που έχει σκουριάσει, έχει οξειδωθεί ※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026
- που έχει παλιές, απαρχαιωμένες αντιλήψεις σε κοινωνικά ζητήματα ή σε ζητήματα της δουλειάς, έχει "μείνει πίσω", δεν έχει επιμορφωθεί με τις νέες εξελίξεις επαγγελματικά Παλιά μυαλά, σκουριασμένα, δε μπορείς να συνεννοηθείς
In English
- rusty affected by rust
Talk about this word "σκουριασμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σκουριασμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "σκουριασμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκουριασμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}