σκούπα

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

σκούπα¹

  • ˈsku.pa

De unde vine

σκούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκούπα, σκοῦπᾰ < λατινική scōpa

substantiv σκούπα · σκούπες · σκούπας · σκουπών

  1. μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα ※ Με τη σκούπα και το σφουγγαρόπανο ξεπλήρωνε αυτή τη βοήθεια, σαν ψυχοκόρη την είχαν, μπορεί οι ψυχοκόρες να ήταν συνήθως ανύπαντρα κορίτσια από το χωριό, που έβρισκαν ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ στα καλά σπίτια, τα είπαμε τα ανταλλάγματα, ενώ εκείνη ήταν παντρεμένη με παιδί και δεν έμενε στο νουν
  2. figuratively, μεταφορικά πράξη που επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε μεγάλη έκταση Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι.
  3. figuratively, μεταφορικά μαζικές συλλήψεις από την αστυνομία επιχείρηση σκούπα
  4. φυτό συνώνυμο του σκουπόχορτο
  5. slang, ποδοσφαιρική, αργκό ο αμυντικός παίχτης που αναλαμβάνει διάφορους ρόλους σε ποικίλες θέσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
  6. neologism, slang, αθλητισμός, αργκό, νεολογισμός η ολοκληρωτική νίκη μιας ομάδας ή αθλητή σε διαδοχικές αναμετρήσεις με τον ίδιο αντίπαλο, χωρίς καμία ήττα ή ισοπαλία

Asemănătoare: σαρωματίνα, φροκαλιά, λαϊκότροπο, σάρωθρο, παρωχημένο

Σκούπα²

De unde vine

Σκούπα < γενική ενικού του αρσενικού Σκούπας

substantiv propriu Σκούπα · Σκούπας · Skoupa

  1. γυναικείο επώνυμο

Sinonime și antonime

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"σκούπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκούπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1

Chicago

"σκούπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκούπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}