σκόνη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκόνη¹
- ˈsko.ni
Where it comes from
σκόνη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκόνη < αρχαία ελληνική κόνις
noun σκόνη · σκόνες · σκόνης · σκονών
-
τριμμένο χώμα που αιωρείται στον αέρα ή κατακάθεται αργότερα σε επιφάνειες
※ Ο άνεμος παράσερνε τη σκόνη μαζί με ανακατωμένα κουρελόχαρτα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
Similar: κονιορτός, κουρνιαχτός
- στερεή ουσία που έχει τριφτεί και αποτελείται από πολύ μικρούς και λεπτούς κόκκους το φάρμακο τάδε διατίθεται σε χάπια και σε σκόνη που διαλύεται στο νερό
Σκόνη²
Where it comes from
Σκόνη < γενική ενικού του αρσενικού Σκόνης
proper noun Σκόνη · Σκόνης · Skoni
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "σκόνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. σκόνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B7 "σκόνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκόνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}