σκόρδο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκόρδο

  • ˈskoɾ.ðo

Where it comes from

σκόρδο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκόρδον < αρχαία ελληνική σκόροδον

noun σκόρδο · σκόρδα · σκόρδου · σκόρδων

  1. φυτό φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονική ονομασία:Allium sativum)
  2. λαχανικό o βολβός του φυτού αυτού που χρησιμοποιείται στη μαγειρική για την έντονη μυρωδιά του και τη χαρακτηριστική του καυστική γεύση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκόρδο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκόρδο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF

Chicago

"σκόρδο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκόρδο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}