σκότος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκότος¹
- ˈsko.tos
Where it comes from
σκότος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκότος
noun σκότος · σκότη · σκότους
- το σκοτάδι, ο ζόφος ※ «Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευθεριά // σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι // της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει» (Ιωάννης Πολέμης, Το κρυφό σχολειό, τελευταίοι στίχοι)
- η κακία, ο χώρος των δυνάμεων του Κακού ο άρχων του σκότους (στην ορθόδοξη εκκλ. για το Σατανά)
Σκότος²
Where it comes from
Σκότος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Σκότος → και δείτε τις λέξεις Σκώτος και Σκωτία
proper noun Σκότος · Σκότοι · Σκότου · Σκότων · Σκότο · Σκότους
- άλλη γραφή του Σκώτος
In English
Talk about this word "σκότος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. σκότος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82 "σκότος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκότος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}