σκύλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκύλα
- ˈsci.la
Where it comes from
σκύλα < σκύλ(ος) + κατάληξη θηλυκού -α
noun σκύλα · σκύλες · σκύλας
- ο θηλυκός σκύλος
- πολύ σκληρή γυναίκα, χωρίς αισθήματα, άσπλαχνη ※ μια πέρδικα της άπαντα, μια πέρδικα της λέγει: | «Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη, | εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ' ανεθρέψω | κι εσύ έκανες χρυσόν υγιό, πας να τον ρεματίσεις.»
- εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχτό
noun σκύλα · σκύλες · σκύλας
- λάφυρο, λεία, όπλο ή πανοπλία που αφαιρείται από σκοτωμένο εχθρό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) για χρήσεις στα νέα ελληνικά
In English
Talk about this word "σκύλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. σκύλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1 "σκύλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκύλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}