σκύλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκύλα

  • ˈsci.la

Where it comes from

σκύλα < σκύλ(ος) + κατάληξη θηλυκού -α

noun σκύλα · σκύλες · σκύλας

  1. ζώο ο θηλυκός σκύλος
  2. offensive, υβριστικό πολύ σκληρή γυναίκα, χωρίς αισθήματα, άσπλαχνη ※ μια πέρδικα της άπαντα, μια πέρδικα της λέγει: | «Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη, | εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ' ανεθρέψω | κι εσύ έκανες χρυσόν υγιό, πας να τον ρεματίσεις.»
  3. εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχτό

noun σκύλα · σκύλες · σκύλας

  1. archaic, αρχαιοπρεπές λάφυρο, λεία, όπλο ή πανοπλία που αφαιρείται από σκοτωμένο εχθρό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) για χρήσεις στα νέα ελληνικά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκύλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκύλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1

Chicago

"σκύλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκύλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}