σοδομία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σοδομία

  • so.ðoˈmi.a

Where it comes from

σοδομία < (λόγιο δάνειο) γαλλική sodomie < υστερολατινική sodomia < Sdoma + -ία < ελληνιστική κοινή Σόδομα

noun σοδομία · σοδομίες · σοδομίας · σοδομιών

  1. dated, παρωχημένο η συνουσία από τον πρωκτό ※ Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Brinkins (1975) ένας νεαρός 20 χρόνων καταδικάστηκε σε ισόβια για σοδομία σε βάρος ενός νεαρού παιδιού διότι σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία ο καταδικασθείς μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν ψυχικά ανώμαλος (sub - normal) αλλά δεν υπήρχε καμμιά θεραπεία που θα μπορού
  2. dated, rare, παρωχημένο, σπάνιο η κτηνοβασία (ΣτΕ: έχει βρεθεί μόνο σε λεξικά / εγκυκλοπαίδεια της πρώτης τριακονταετίας του 20ου αιώνα - δες παραθέματα) ※ Σοδομία, παρὰ φύσιν συνουσία (μίξις). Ιδ. Παιδεραστία (pédéraste) ἀρσενοκοιτία καὶ ὁμοφυλοφιλία (homosexualité ἢ unisexualité) . Ἐν τῇ ἰατροδικαστικῇ ἡ συνουσία ἀνδρὸς ἢ γυναικὸς μετὰ ζώου. Συνών. τοῦ κτηνομιξία, κτηνοβασία (Αντώνιος Θ. Ηπίτης, Λεξικόν Ελληνογαλλικόν (και Γαλλοελληνικόν) της λαλού

Similar: σοδομισμός, κωλομπαραλίκι, ἀρσενοκοιτία

Thesaurus

In English

  • sodomy anal sex — see also anal sex

Talk about this word

Cite this
MLA

"σοδομία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σοδομία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1

Chicago

"σοδομία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σοδομία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}