σοκολάτα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σοκολάτα
- so.koˈla.ta
Where it comes from
σοκολάτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική chocolat < ιταλική cioccolata < ισπανική chocolate < νάουατλ chocolātl < xococ (πικρός) + ātl (νερό)
noun σοκολάτα · σοκολάτες · σοκολάτας · σοκολατών
- ζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθεί
- συμπαγές γλύκισμα που έχει βάση ή επίστρωση το παραπάνω προϊόν. Συχνά, περιέχει γάλα, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς κ.λπ. ※ Έτρωγε ψίχουλα - τα κράκερ και οι τρεις σοκολάτες θα του κρατούσαν, με εκείνον το ρυθμό, περισσότερο από εβδομάδα. (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί: μυθιστόρημα, 2005, σελ. 374)
- γαρνιτούρα ή γέμιση από το παραπάνω προϊόν
- ρόφημα που παρασκευάζεται με το παραπάνω προϊόν, διαλύοντάς το σε νερό με ζάχαρη ή γάλα, και που πίνεται ζεστό ή κρύο ※ Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
- το χασίσι
In English
Talk about this word "σοκολάτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σοκολάτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B1 "σοκολάτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σοκολάτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}