σουέλ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Σουέλ¹
Where it comes from
Σουέλ < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Σουέλ · Souel
- ανδρικό όνομα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
σουέλ²
Where it comes from
σουέλ < αγγλική swell < πρωτογερμανική *swellaną
noun σουέλ
- θαλάσσιος κυματισμός μεγάλου μήκους και σχετικά ομαλής μορφής, που δημιουργείται συνήθως μακριά από την ακτή —συχνά από ισχυρούς ανέμους ή καταιγίδες— και μπορεί να προκαλέσει έντονη αποθαλασσία ακόμη και χωρίς τοπική κακοκαιρία ※ Η λέξη σουέλ (…) είναι ναυτικός όρος και σημαίνει τον μακρύ, ήπιο κυματισμό της θάλασσας που δεν οφείλεται σε τοπικό άνεμο, αλλά σε καταιγίδες ή δυνατούς ανέμους που έρχονται από άλλη περιοχή. Σε αντίθεση με το «φουρτουνιασμένο» κύμα, το σουέλ είναι πιο ομαλό, ρυθμικό και υπόγειο, μια αργή άνοδος
Similar: αποθαλασσία, βουβό κύμα, ρεστία, σάλος, φουσκοθαλασσιά
Thesaurus
noun
Similar: αποθαλασσία, βουβό κύμα, ρεστία, σάλος, φουσκοθαλασσιά
Talk about this word "σουέλ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BB. Accessed 7 Nov. 2026. σουέλ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BB "σουέλ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BB.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σουέλ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BB},
urldate = {2026-11-07}
}