σουβλάκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σουβλάκι

Where it comes from

σουβλάκι < μεσαιωνική ελληνική σουβλάκι < σούβλα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

noun σουβλάκι · σουβλάκια

  1. γαστρονομία κομμάτια κρέατος που είναι κομμένα ομοιόμορφα και ψήνονται περασμένα σε ξύλινη («καλαμάκι») ή μεταλλική μικρή σούβλα
  2. γαστρονομία, στη νότια Ελλάδα και ιδίως στην Αθήνα γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που αποτελείται από ειδική πίτα για σουβλάκια, τυλιγμένη, που μέσα μπορεί να περιέχει κρέας από σουβλάκι ή γύρο ή μπιφτέκι και άλλα συμπληρωματικά υλικά (συνήθως ντομάτα, κρεμμύδι και τζατζίκι) ※ μεταξύ μας, πάντα το έβρισκα αστείο ότι το οικολογικό και το ορφανό σουβλάκι περιγράφουν το ίδιο πράγμα, με αυτόν τον τρόπο δημιουργώντας την εύλογη σύγκριση μεταξύ της φρίκης της απώλειας των γονέων και της τραγωδίας του να... σέβεσαι τη φύση. (Κουντουριώτικο: το καλύτερο χορτοφαγικό σουβλάκι στο
  3. ξύλινο ή μεταλλικό αιχμηρό ραβδάκι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σουβλάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σουβλάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σουβλάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σουβλάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}