σουβλάκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σουβλάκι
Where it comes from
σουβλάκι < μεσαιωνική ελληνική σουβλάκι < σούβλα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
noun σουβλάκι · σουβλάκια
- κομμάτια κρέατος που είναι κομμένα ομοιόμορφα και ψήνονται περασμένα σε ξύλινη («καλαμάκι») ή μεταλλική μικρή σούβλα
- γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που αποτελείται από ειδική πίτα για σουβλάκια, τυλιγμένη, που μέσα μπορεί να περιέχει κρέας από σουβλάκι ή γύρο ή μπιφτέκι και άλλα συμπληρωματικά υλικά (συνήθως ντομάτα, κρεμμύδι και τζατζίκι) ※ μεταξύ μας, πάντα το έβρισκα αστείο ότι το οικολογικό και το ορφανό σουβλάκι περιγράφουν το ίδιο πράγμα, με αυτόν τον τρόπο δημιουργώντας την εύλογη σύγκριση μεταξύ της φρίκης της απώλειας των γονέων και της τραγωδίας του να... σέβεσαι τη φύση. (Κουντουριώτικο: το καλύτερο χορτοφαγικό σουβλάκι στο
- ξύλινο ή μεταλλικό αιχμηρό ραβδάκι
In English
- souvlaki Translations
Talk about this word "σουβλάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σουβλάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "σουβλάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σουβλάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}