σουβλί
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σουβλί
- suˈvli
Where it comes from
σουβλί < μεσαιωνική ελληνική σουβλί / σουβλίν / σουβλίον, υποκοριστικό του σούβλα < λατινική subula
noun σουβλί · σουβλιά · σουβλιού · σουβλιών
- υποκοριστικό του σούβλα
- αιχμηρό εργαλείο με το οποίο χαράσσεται μια γραμμή από μικρές τρύπες για ξυλουργικές εργασίες ή γενικότερα ανοίγονται τρύπες (από υποδηματοποιούς κ.ά.) σε δέρματα κ.λπ. ※ Μετά κέρωνε καλά τον σπάγκο και με το σουβλί έρραβε το «φόντι» πάνω στην σόλα, βοηθούμενος από το καλαπόδι. Τα χέρια του ήταν δυνατά και ροζιασμένα, κι όταν περνούσε αντίθετα τις δυό βελόνες από την τρύπα που άνοιγε κάθε φορά με το σουβλί, ο κερωμένος σπάγκος τραβιόταν με τόση δύναμη που ώστε έκαν
In English
- awl pointed instrument
Talk about this word "σουβλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. σουβλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AF "σουβλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σουβλί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%BB%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}