σουμπρέτα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σουμπρέτα

  • suˈbɾe.ta

Where it comes from

σουμπρέτα < ιταλική subretta < γαλλική soubrette < οξιτανικά soubreta, θηλυκό του soubret < soubra < λατινική superare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος supero < superus < super

noun σουμπρέτα · σουμπρέτες · σουμπρέτας · σουμπρετών

  1. θέατρο τυποποιημένος θεατρικός κωμικός ρόλος της υπηρέτριας
  2. figuratively, μεταφορικά εύθυμη, καμωματού ※ Το δημοσίευμα ταξινομεί τους ηθοποιούς του θιάσου ως εξής: κωμικός του θιάσου ο Γ . Χάννας, ενζενί η Άννα-Μαρία Πία, ζεν πρεμιέ ο Καυκαρίδης και σουμπρέτα η Γιωργούλα Σνελ (Άντρη Χ. Κωνσταντίνου, Το θέατρο στην Κύπρο, 1960-1974: οι θίασοι, η κρατική πολιτική και τα πρώτα χρόνια του Θεατρικού Οργαν

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σουμπρέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σουμπρέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%84%CE%B1

Chicago

"σουμπρέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σουμπρέτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}