σουπερνόβα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σουπερνόβα

Where it comes from

σουπερνόβα < (λόγιο δάνειο) αγγλική supernova < λατινική super (υπέρ) + nova (νέα, θηλυκό του novus, νέος) + εννοείται το θηλυκό ουσιαστικό stella (άστρο) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

noun σουπερνόβα · σουπερνόβες · σουπερνόβας

  1. αστρονομία αστέρας ο οποίος φτάνει στο τέλος της ζωής του και εκρήγνυται, εκτοξεύοντας μακριά το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του, ενώ η λάμψη του αυξάνεται έντονα προτού αδυνατίσει εντελώς ※ ενώ ξεκίνησε σοβαρές μελέτες αστρονομίας, αρχής γενομένης από την παρατήρηση μιας σουπερνόβας το 1604

Similar: υπερκαινοφανής αστέρας

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"σουπερνόβα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σουπερνόβα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B1

Chicago

"σουπερνόβα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σουπερνόβα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}