σοφάς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σοφάς

Where it comes from

σοφάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική sofa < αραβική صفة (súffa)

noun σοφάς · σοφάδες · σοφά · σοφάδων

  1. είδος καναπέ ή κρεβατιού, ενίοτε κτιστού

    Similar: μιντέρι

  2. dated, παρωχημένο υπερυψωμένη εξέδρα ή κατασκευή μέσα σε δωμάτιο, που χρησίμευε για κατάκλιση ο σοφάς χρησίμευε ως χώρος ύπνου και η πρόσβαση σε αυτόν γινόταν με μικρή ξύλινη σκάλα
  3. dated, rare, παρωχημένο, σπάνιο ανοιχτός χώρος μπροστά από το σπίτι, συνήθως πλακοστρωμένος ※ Ὁ σοφάς ἐξακολουθεῖ νά κατασκευάζεται ἀπαραίτητα μπροστά σε κάθε κατοικία. Ἡ πεζούλα στήν πρόσοψη, πού χρησιμεύει γιά πρόχειρο κάθισμα, δέν ἀποτελεῖ κανόνα (Θεσσαλικά Χρονικά Τόμος 13, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών, 1980, σελ. 56)

adjective σοφάς · σοφάδες · σοφά · σοφάδων

  1. αιτιατική του σοφή στην καθαρεύουσα ※ Εἶναι συνωδευμένα μὲ σημειώσεις σοφάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ὠφεληθῇ, ἂν γνωρίζῃ τὴν λατινικὴν γλῶσσαν (Αδαμάντιος Κοραής, Αδαμαντίου Κοραή τα μετά θάνατον ευρεθέντα συγγραμμάτια, 1886, σελ. 959)

Talk about this word

Cite this
MLA

"σοφάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σοφάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AC%CF%82

Chicago

"σοφάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σοφάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}