σπάσιμο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπάσιμο

  • ˈspa.si.mo

Where it comes from

σπάσιμο < σπασ- (< έ-σπασ-α, αόριστος του σπάω) + -ιμο

noun σπάσιμο · σπασίματα · σπασίματος · σπασιμάτων

  1. το αποτέλεσμα του σπάω
  2. ο διαχωρισμός ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια με την επενέργεια μιας εξωτερικής δύναμης ※ Τοῦ καθρέπτη τὸ σπάσιμο μάτι ἤτανε καὶ ὁ Ἰωνίδης ποὺ βρέθηκε παντρεμένος, εἶνε γλωσσοφαγιά. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, Αληθής φίλη, διήγημα δημοσιευμένο στην Εστία, Γεώργιος Δροσίνης, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1892, σελ. 406 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/roJ3APMD-iQC?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B3%CE%
  3. η ρωγμή
  4. το κάταγμα
  5. διασπαστική ενέργεια το σπάσιμο της απεργίας
  6. η παραβίαση μιας δέσμευσης
  7. ενέργεια ή γεγονός που προκαλεί ενόχληση μας έκανε μεγάλο σπάσιμο που δεν ήρθε μαζί μας στο πάρτι
  8. η αποκρυπτογράφηση
  9. figuratively, μεταφορικά η συναισθηματική διάλυση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπάσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπάσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"σπάσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπάσιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}