σπάω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σπάω
- ˈspa.o
Where it comes from
σπάω < αρχαία ελληνική σπάω, σπῶ
verb σπάω · έσπασα · έσπαγα · θα σπάω · να σπάω
- προκαλώ τον διαχωρισμό ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια Έσπασα δυο ποτήρια καθώς μετέφερα τον δίσκο.
- προκαλώ ένα ρήγμα σε ένα σύνολο Στήθηκε ένας απεργοσπαστικός μηχανισμός για να σπάσει την απεργία.
- βάζω τέλος σε μια κατάσταση Σπάω την σιωπή.
- καταρρίπτω
- ξεπερνάω ένα όριο Σπάω το φράγμα του ήχου.
- διαχωρίζομαι σε δύο ή περισσότερα τμήματα με την επενέργεια εξωτερικής δύναμης Το ποτήρι έπεσε κάτω και έσπασε.
- υφίσταμαι ένα ρήγμα Η απεργία δεν έσπασε παρά τις επιθέσεις που δέχτηκε από τον τύπο.
- φεύγω
In English
Talk about this word "σπάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σπάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89 "σπάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σπάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}