σπάω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπάω

  • ˈspa.o

Where it comes from

σπάω < αρχαία ελληνική σπάω, σπῶ

verb σπάω · έσπασα · έσπαγα · θα σπάω · να σπάω

  1. προκαλώ τον διαχωρισμό ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια Έσπασα δυο ποτήρια καθώς μετέφερα τον δίσκο.
  2. figuratively, μεταφορικά προκαλώ ένα ρήγμα σε ένα σύνολο Στήθηκε ένας απεργοσπαστικός μηχανισμός για να σπάσει την απεργία.
  3. figuratively, μεταφορικά βάζω τέλος σε μια κατάσταση Σπάω την σιωπή.
  4. για ρεκόρ καταρρίπτω
  5. figuratively, μεταφορικά ξεπερνάω ένα όριο Σπάω το φράγμα του ήχου.
  6. διαχωρίζομαι σε δύο ή περισσότερα τμήματα με την επενέργεια εξωτερικής δύναμης Το ποτήρι έπεσε κάτω και έσπασε.
  7. figuratively, μεταφορικά υφίσταμαι ένα ρήγμα Η απεργία δεν έσπασε παρά τις επιθέσεις που δέχτηκε από τον τύπο.
  8. slang, αργκό φεύγω

In English

  • break intransitive: to separate into (to end up in) two or more pieces
  • split leave
  • collapse to cause to collapse
  • crack to break apart under pressure
  • fracture break

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σπάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89

Chicago

"σπάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}