σπέρμα

Ελληνικά · Sinónimos y antónimos

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

σπέρμα

De dónde viene

σπέρμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σπέρμα < σπείρω

sustantivo σπέρμα · σπέρματα · σπέρματος · σπερμάτων

  1. ο σπόρος το σπέρμα αποτελείται από τέσσερα τα κύρια μέρη: περισπέρμιο, μικροπύλη, κοτυληδόνα και φυτικό έμβρυο
  2. βιολογία το υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες του ανδρικού γεννητικού συστήματος και στο οποίο τα σπερματοζωάρια που περιέχονται επιβιώνουν όταν βρεθούν έξω από το σώμα
  3. figuratively, μεταφορικά η αρχική μορφή ενός πράγματος, που έχει δημιουργηθεί ή συλληφθεί αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί
  4. figuratively, μεταφορικά η αιτία, η προέλευση , η πηγή. το σπέρμα του κακού
  5. figuratively, συνεκδοχικά ο απόγονος, το παιδί, το τέκνο Τέτοιο κακό, από το ίδιο του το σπέρμα!

Parecidas: γόνος, κουκούτσι

Sinónimos y antónimos

sustantivo

Parecidas: γόνος, κουκούτσι

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"σπέρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπέρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1

Chicago

"σπέρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπέρμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}