ミクウィン

σπανάκι

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

σπανάκι

  • spaˈna.ci

由来

σπανάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπανάκι / σπανάκιον / σπανάκιν < μεσαιωνική λατινική spinachii (> πληθυντικός του spinachium) < αραβική إِسْفَانَاخ (ʔisfānāḵ) < περσική اسپناخ (ispanāx, ispināx)

名詞 σπανάκι · σπανάκια · σπανακιού · σπανακιών

  1. φυτό φυτό που ζει ένα ή δύο χρόνια που καλλιεργείται για τα εδώδιμα φύλλα του, τα οποία έχουν τριγωγικό σχήμα, βαθυπράσινο χρώμα και λεία επιφάνεια και είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνες
  2. λαχανικό τα φύλλα αυτού το φυτού που αγοράζονται φρέσκα, κατεψυγμένα ή σε κονσέρβες και τρώγονται μαγειρεμένα ή ωμά σε σαλάτες

英語で

  • spinach a particular edible plant, Spinacia oleracea

この単語について話す

引用する
MLA

"σπανάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπανάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σπανάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπανάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}