σπικάτο
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
σπικάτο
यह कहाँ से आया
σπικάτο < ιταλική spiccato < spiccare (ξεκολλώ)
संज्ञा σπικάτο
- τεχνική που εφαρμόζεται στις χορδές ενός έγχορδου οργάνου με ένα δοξάρι, ώστε η κάθε νότα να ακούγεται διαφορετικά ※ Κάθε όργανο υπάγεται υποχρεωτικά σε ορισμένες κατηγορίες (π.χ. πνευστά, έγχορδα, κρουστά), και χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία και ιδιότητες, όπως η τονική του έκταση, το ηχόχρωμά του, οι εκφραστικές του δυνατότητες καθώς και συγκεκριμένες τεχνικές εκτέλεσης που είναι διαφορετικές και χαρ
अंग्रेज़ी में
- spiccato manner of playing
इस शब्द पर बात करें "σπικάτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. σπικάτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF "σπικάτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {σπικάτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}