σπινθήρας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπινθήρας

  • spinˈθi.ɾas

Where it comes from

σπινθήρας < αρχαία ελληνική σπινθήρ

noun σπινθήρας · σπινθήρες · σπινθήρα · σπινθήρων

  1. μικρό σωματίδιο πυρακτωμένης ύλης, το οποίο έχει δημιουργηθεί από φωτιά ή την τριβή ή τη σύγκρουση άλλων σωμάτων
  2. φυσική η έντονη και απρόσμενη λάμψη, η οποία προκαλείται από την αλληλεπίδραση αγωγών με υψηλό φορτίο ή από ένα ηλεκτρικό πεδίο. Συχνά, συνοδεύεται από παραγωγή θερμότητας ή κρότου
  3. figuratively, μεταφορικά κάτι στο οποίο οφείλεται ένα γεγονός ή μια κατάσταση

Similar: σπίθα

Thesaurus

noun

Similar: σπίθα

In English

  • spark particle of glowing matter

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπινθήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπινθήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"σπινθήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπινθήρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}