σπιτονοικοκυρά
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
σπιτονοικοκυρά
어원
σπιτονοικοκυρά < σπιτονοικοκύρης + -α
명사 σπιτονοικοκυρά · σπιτονοικοκυρές · σπιτονοικοκυράς · σπιτονοικοκυρών
- θηλυκό του σπιτονοικοκύρης ※ Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρ
영어로
- landlady female landlord
이 단어에 대해 이야기하기 "σπιτονοικοκυρά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. σπιτονοικοκυρά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AC "σπιτονοικοκυρά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AC.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {σπιτονοικοκυρά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}