σπλάχνο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπλάχνο

  • ˈspla.xno

Where it comes from

σπλάχνο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπλάχνον < αρχαία ελληνική σπλάγχνον

noun σπλάχνο · σπλάχνα · σπλάχνου · σπλάχνων

  1. γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά
  2. figuratively, συνεκδοχικά, κυρίως ως προς τη μητέρα το παιδί ※ Έσκυψε γρήγορα με λαχτάρα και σφιχταγκάλιασε για στερνή φορά το σπλάχνο της. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])
  3. figuratively, μεταφορικά το εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό
  4. slang, αργκό η γκόμενα καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπλάχνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπλάχνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF

Chicago

"σπλάχνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπλάχνο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}