σπλάχνο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σπλάχνο
- ˈspla.xno
Where it comes from
σπλάχνο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπλάχνον < αρχαία ελληνική σπλάγχνον
noun σπλάχνο · σπλάχνα · σπλάχνου · σπλάχνων
- γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά
- το παιδί ※ Έσκυψε γρήγορα με λαχτάρα και σφιχταγκάλιασε για στερνή φορά το σπλάχνο της. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])
- το εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό
- η γκόμενα καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε
Talk about this word "σπλάχνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. σπλάχνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF "σπλάχνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σπλάχνο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}