σπουδαγμένος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπουδαγμένος

Where it comes from

σπουδαγμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπουδάζω

verb σπουδαγμένος · σπουδαγμένη · σπουδαγμένο · σπουδαγμένου · σπουδαγμένης

  1. άλλη μορφή του σπουδασμένος ※ Το 1881, με οκτακόσιες δραχμές στην τσέπη -κονδύλι που του είχε εγκρίνει η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία- ο Παναγής Καββαδίας, ένας Κεφαλονίτης αρχαιολόγος, σπουδαγμένος στη Γερμανία, ξεκίνησε τις ανασκαφές στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. (18 Νοεμβρίου 2012, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπουδαγμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπουδαγμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"σπουδαγμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπουδαγμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}