σπόντα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπόντα¹

Where it comes from

σπόντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική sponda < λατινική sponda (το πλαίσιο που στηρίζει το στρώμα ενός κρεβατιού) < πρωτοϊταλική *sponda (πλαίσιο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *spond-h₂-

noun σπόντα · σπόντες · σπόντας

  1. literally, κυριολεκτικά το μέσα τμήμα του πλαισίου ενός τραπεζιού μπιλιάρδου
  2. figuratively, μεταφορικά κουβέντα που λέγεται και υπονοεί κάτι ※ … το απόγευμα που τα λέμε με τον Εντουάρντο για ταξίδια και φευγατιά, ρίχνω μια σπόντα για την αφραγκία μου … (Κωνσταντίνος Τζούμας, Πανωλεθρίαμβος (Αθήνα: Καστανιώτη, 2010), σελ. 130)
  3. Cypriot, κυπριακά καρφί

Σπόντα²

Where it comes from

Σπόντα < γενική ενικού του αρσενικού Σπόντας

proper noun Σπόντα · Σπόντας · Sponta

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπόντα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπόντα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1

Chicago

"σπόντα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπόντα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}