στάδιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στάδιο
- ˈsta.ði.o
Where it comes from
στάδιο< αρχαία ελληνική στάδιον
noun στάδιο · στάδια · σταδίου · στάδιου · σταδίων
- μεγάλος χώρος, συνήθως ανοιχτός, ειδικά διαμορφωμένος με εγκαταστάσεις και με θέσεις για μεγάλο αριθμό θεατών, που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση αθλητικών αγώνων, κυρίως κλασικού αθλητισμού, αλλά μπορεί να διατεθεί και για άλλες εκδηλώσεις, καλλιτεχνικού, πολιτιστικού, πολιτικού κ.λπ. χαρακτήρα οι εγκαταστάσεις / οι κερκίδες / το πέταλο του σταδίου
- η χρονική περίοδος που έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ώστε να διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες και τις επόμενες, κατά τη διάρκεια της πορείας / εξέλιξης ενός φαινομένου ή ενός γεγονότος προκαταρκτικό / πειραματικό / παιδικό / εφηβικό / στάδιο
- ο χώρος στον οποίο πραγματοποιείται μια επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία παρέχει συνήθως τη δυνατότητα διάκρισης και ανέλιξης επέλεξε το ερευνητικό στάδιο
- μονάδα μήκους κατά την αρχαιότητα, ίση με 184,87 μέτρα
- η μονάδα μέτρησης των θαλάσσιων αποστάσεων, ίση με 182 μέτρα, δηλαδή το 1/10 του ναυτικού μιλίου
In English
Talk about this word "στάδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. στάδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF "στάδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στάδιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}