στάθμευση
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
στάθμευση
由来
στάθμευση < σταθμεύω + -ση
名詞 στάθμευση · σταθμεύσεις · στάθμευσης · σταθμεύσεων
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθμεύω
※ Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://ww
類語: παρκάρισμα, πάρκινγκ
英語で
- station place where a vehicle may stop
- parking action
- parking lot open area, generally paved, where automobiles may be left when not in use
この単語について話す "στάθμευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. στάθμευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7 "στάθμευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {στάθμευση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}