στάση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στάση¹

  • ˈsta.si

Where it comes from

στάση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στά(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἵσταμαι

: για τη «διακοπή» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stoppage

noun στάση · στάσεις · στάσης · στάσεων

  1. το σταμάτημα Περίμενε! Κάνε μια στάση!
  2. το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
  3. η προσωρινή διακοπή στάση πληρωμών
  4. το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.
  5. ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
  6. η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία η στάση του Νίκα
  7. ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις

Στάση²

Where it comes from

Στάση < γενική ενικού του αρσενικού Στάσης

proper noun Στάση · Στάσης · Stasi

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • stop place to get on and off mass transport
  • sedition insurrection or rebellion
  • attitude position of the body or way of carrying oneself
  • mutiny organized rebellion
  • revolt act of revolting
  • bus stop a stop for public transport buses
  • point of view attitude, opinion, or set of beliefs
  • deadlock standstill
  • bus shelter A building or other structure constructed at a bus stop

Talk about this word

Cite this
MLA

"στάση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στάση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B7

Chicago

"στάση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στάση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}