στέλεχος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στέλεχος

Where it comes from

στέλεχος < αρχαία ελληνική στέλεχος

noun στέλεχος · στελέχη · στελέχους · στελεχών

  1. ο κορμός ή βλαστός φυτού
  2. το κύριο τμήμα ενός αντικειμένου ※ Τρία πόδια (σπάνια τέσσερα) σχηματίζουν τη βάση η οποία στηρίζει ένα ψηλό στέλεχος, τον καυλό, (λατ. Scapus, σκάπος), στην απόληξη του οποίου διαμορφώνεται ο δίσκος ή πινάκιον ή πινακίσκιον ή σταγμοδόχη ανάλογα με τη μορφή της φωτιστικής πηγής την οποία προορίζεται να στηρίξει (Ιωάννης Κ. Μότσιανο
  3. το βασικό ή ηγετικό μέλος οργανωμένου συνόλου ανθρώπων
  4. στα λογιστικά έντυπα, αποδείξεις, εισιτήρια κ.λπ. το φύλλο που δεν αποκόπτεται και παραμένει στο μπλοκ
  5. το πιο οπίσθιο μέρος του εγκεφάλου, που συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό. Λέγεται και εγκεφαλικό στέλεχος.
  6. ο κορμός του πέους

In English

  • shaft long narrow body of spear or arrow

Talk about this word

Cite this
MLA

"στέλεχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στέλεχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"στέλεχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στέλεχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}