στέλεχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στέλεχος
Where it comes from
στέλεχος < αρχαία ελληνική στέλεχος
noun στέλεχος · στελέχη · στελέχους · στελεχών
- ο κορμός ή βλαστός φυτού
- το κύριο τμήμα ενός αντικειμένου ※ Τρία πόδια (σπάνια τέσσερα) σχηματίζουν τη βάση η οποία στηρίζει ένα ψηλό στέλεχος, τον καυλό, (λατ. Scapus, σκάπος), στην απόληξη του οποίου διαμορφώνεται ο δίσκος ή πινάκιον ή πινακίσκιον ή σταγμοδόχη ανάλογα με τη μορφή της φωτιστικής πηγής την οποία προορίζεται να στηρίξει (Ιωάννης Κ. Μότσιανο
- το βασικό ή ηγετικό μέλος οργανωμένου συνόλου ανθρώπων
- στα λογιστικά έντυπα, αποδείξεις, εισιτήρια κ.λπ. το φύλλο που δεν αποκόπτεται και παραμένει στο μπλοκ
- το πιο οπίσθιο μέρος του εγκεφάλου, που συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό. Λέγεται και εγκεφαλικό στέλεχος.
- ο κορμός του πέους
In English
- shaft long narrow body of spear or arrow
Talk about this word "στέλεχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στέλεχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82 "στέλεχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στέλεχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}