στέπα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στέπα

  • ˈste.pa

Where it comes from

στέπα < (άμεσο δάνειο) ρωσική степь

noun στέπα · στέπες · στέπας · στεπών

  1. γεωγραφία οικοσύστημα της Κεντρικής Ασίας που χαρακτηρίζεται από απέραντες εκτάσεις χορταριού και έλλειψη βροχόπτωσης ※ μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...απόλυτα άγονη και έρημη, και με το δικό της δυσοίωνο τρόπο πολύ όμορφη. Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέ

In English

  • steppe the grasslands of Eastern Europe and Asia

Talk about this word

Cite this
MLA

"στέπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στέπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%80%CE%B1

Chicago

"στέπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στέπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}