στέρνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στέρνα¹
Where it comes from
στέρνα < μεσαιωνική ελληνική στέρνα < κιστέρνα < λατινική cisterna < cista < αρχαία ελληνική κίστη (αντιδάνειο)
noun στέρνα · στέρνες · στέρνας · στερνών
- δεξαμενή για την συλλογή (συνήθως) βρόχινου νερού ※ Τότε, την ώρα που στέγνωναν επάνω τους τα ιδρωμένα ρούχα, άρχιζε να διηγείται αλλιώς, χωρίς λιβάνι, με λέξεις για τη σάρκα του κόσμου, για μελαγχολικούς σουλτάνους, έκφυλους ιερωμένους, αυτάρεσκες χορεύτριες, φορτωμένες κρίκους στα πόδια κι άλλες ομορφιές των σεραγιών, που καμάρωναν το είδωλό τους
Στέρνα²
Where it comes from
Στέρνα < στέρνα
proper noun Στέρνα · Στέρνες · Στέρνας · Στερνών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "στέρνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. στέρνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B1 "στέρνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στέρνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}