στήσιμο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στήσιμο
- ˈsti.si.mo
Where it comes from
στήσιμο < στήνω + -ιμο
noun στήσιμο · στησίματα · στησίματος · στησιμάτων
- η τοποθέτηση σε όρθια θέση κάποιων πραγμάτων
- η κατασκευή, η συναρμολόγηση
- οι ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
- η πόζα που παίρνει κάποιος, προκειμένου να φωτογραφηθεί κ.λπ.
- η πολύωρη παραμονή σε κάποιο σημείο
- η αναγκαστική παραμονή σε «ουρά» για εξυπηρέτηση
- η μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή η ματαίωσή του
- η εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους
Talk about this word "στήσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. στήσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF "στήσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στήσιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}