στήσιμο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στήσιμο

  • ˈsti.si.mo

Where it comes from

στήσιμο < στήνω + -ιμο

noun στήσιμο · στησίματα · στησίματος · στησιμάτων

  1. η τοποθέτηση σε όρθια θέση κάποιων πραγμάτων
  2. η κατασκευή, η συναρμολόγηση
  3. οι ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
  4. familiar, οικείο η πόζα που παίρνει κάποιος, προκειμένου να φωτογραφηθεί κ.λπ.
  5. familiar, οικείο η πολύωρη παραμονή σε κάποιο σημείο
  6. familiar, οικείο η αναγκαστική παραμονή σε «ουρά» για εξυπηρέτηση
  7. familiar, οικείο η μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή η ματαίωσή του
  8. familiar, οικείο η εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους

Talk about this word

Cite this
MLA

"στήσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στήσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"στήσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στήσιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}