στίγμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στίγμα

  • ˈstiɣ.ma

Where it comes from

στίγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίγμα & (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stigma, λόγιο ενδογενές δάνειο: < λατινική stigma < αρχαία ελληνικά στίγμα

: για το αρχαιοελληνικό γράμμα < μεσαιωνικό σύμβολο στίγμα για το στ και τον αριθμό 6 < πιθανόν συμφυρμός των σίγμα και ταυ (ταῦ)

noun στίγμα · στίγματα · στίγματος · στιγμάτων

  1. σημάδι, κηλίδα στο δέρμα, από ασθένεια ή αντίδραση σε εξωγενείς ερεθισμούς
  2. σημάδι σε επιφάνειες (από στάλες ή φθορές)
  3. τσίμπημα από βελόνα τα στίγματα του τατουάζ
  4. disapproving, figuratively, μεταφορικά, κακόσημο κάτι που σημαδεύει και συνήθως ντροπιάζει εκείνον που το φέρει Μπορεί να νοικοκυρεύτηκε, αλλά φέρει το κοινωνικό στίγμα ότι έκανε φυλακή.
  5. θέση στο χάρτη, σημείο που προκύπτει από την τομή συντεταγμένων και προσδιορίζει την ακριβή θέση ενός εναέριου ή πλωτού μέσου Δώστε μας το στίγμα σας για να σας συνδράμει πλωτό του λιμεναρχείου.
  6. figuratively, μεταφορικά αναφορά της γενικότερης θέσης κάποιου γεωγραφικά αλλά και ιδεολογικά Πήγαινε, αλλά θέλω να μου τηλεφωνείς να μου δίνεις το στίγμα σου για να μην αγωνιώ.
  7. βοτανική το άκρο του στύλου
  8. ιατρική ένδειξη σε μικροβιολογική εξέταση το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας
  9. letter, γράμμα ονομασία του παλιού γράμματος ϛ (μεγαλύτερο από το τελικό σίγμα ς) που συμβόλιζε το στ είτε σαν σύμπλεγμα δύο γραμμάτων, είτε ως τον αριθμό 6 ※ […] Καθηγητοῦ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν τῇ ἐν Βιέννῃ τῆς Ἀουςρίας […]
  10. plural, χριστιανισμός, στον πληθυντικό, τα σημάδια που κάποιοι άνθρωποι θεωρείται ότι παρουσιάζουν στα σημεία του σώματος όπου είχε καρφωθεί ο Χριστός στο σταυρό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στίγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στίγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"στίγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στίγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}