στίγμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στίγμα
- ˈstiɣ.ma
Where it comes from
στίγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίγμα & (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stigma, λόγιο ενδογενές δάνειο: < λατινική stigma < αρχαία ελληνικά στίγμα
: για το αρχαιοελληνικό γράμμα < μεσαιωνικό σύμβολο στίγμα για το στ και τον αριθμό 6 < πιθανόν συμφυρμός των σίγμα και ταυ (ταῦ)
noun στίγμα · στίγματα · στίγματος · στιγμάτων
- σημάδι, κηλίδα στο δέρμα, από ασθένεια ή αντίδραση σε εξωγενείς ερεθισμούς
- σημάδι σε επιφάνειες (από στάλες ή φθορές)
- τσίμπημα από βελόνα τα στίγματα του τατουάζ
- κάτι που σημαδεύει και συνήθως ντροπιάζει εκείνον που το φέρει Μπορεί να νοικοκυρεύτηκε, αλλά φέρει το κοινωνικό στίγμα ότι έκανε φυλακή.
- θέση στο χάρτη, σημείο που προκύπτει από την τομή συντεταγμένων και προσδιορίζει την ακριβή θέση ενός εναέριου ή πλωτού μέσου Δώστε μας το στίγμα σας για να σας συνδράμει πλωτό του λιμεναρχείου.
- αναφορά της γενικότερης θέσης κάποιου γεωγραφικά αλλά και ιδεολογικά Πήγαινε, αλλά θέλω να μου τηλεφωνείς να μου δίνεις το στίγμα σου για να μην αγωνιώ.
- το άκρο του στύλου
- ένδειξη σε μικροβιολογική εξέταση το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας
- ονομασία του παλιού γράμματος ϛ (μεγαλύτερο από το τελικό σίγμα ς) που συμβόλιζε το στ είτε σαν σύμπλεγμα δύο γραμμάτων, είτε ως τον αριθμό 6 ※ […] Καθηγητοῦ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν τῇ ἐν Βιέννῃ τῆς Ἀουςρίας […]
- σημάδια που κάποιοι άνθρωποι θεωρείται ότι παρουσιάζουν στα σημεία του σώματος όπου είχε καρφωθεί ο Χριστός στο σταυρό
In English
Talk about this word "στίγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. στίγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1 "στίγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στίγμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}