στακάτο
Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
στακάτο
- staˈka.to
यह कहाँ से आया
στακάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική staccato < staccare < distaccare (χωρίζω, αποσυνδέω) < μέση γαλλική destacher (αποσυνδέω) < παλαιά γαλλικά destachier (αποσυνδέω) < des- + attachier (συνάπτω, συνδέω) < estachier < estache < φραγκικά *stakka (πάσσαλος, παλούκι) < πρωτογερμανική *stakkaz < *stakkô < *(s)teg- (πάσσαλος, παλούκι, ραβδί)
संज्ञा στακάτο
- μουσικός όρος που υποδεικνύει την εκτέλεση των νοτών σε συντομότερο χρόνο απ’ ό,τι αναγράφεται στο πεντάγραμμο και με παύσεις ανάμεσά τους ※ ένα «ντο» που ανήκει σε μια μελωδία παιγμένη λεγκάτο, φορτίσιμο, με πολύ βιμπράτο, στην υψηλότερη περιοχή ενός βιολιού, διαφέρει από ένα «ντο» μιας άλλης μελωδίας παιγμένης στακάτο (Μουσικολογία, τομ. 1, εκδ. Οδυσσέας, 1986, σελ. 110)
विलोम: λεγκάτο
पर्यायवाची और विलोम
संज्ञा
विलोम: λεγκάτο
अंग्रेज़ी में
- staccato a style of playing short sharp notes
इस शब्द पर बात करें "στακάτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. στακάτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF "στακάτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {στακάτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}