Μίκουιν

σταλίκι

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

σταλίκι

Από πού έρχεται

σταλίκι < ελληνιστική κοινή στάλιξ < αρχαία ελληνική στέλλω < πρωτοελληνική *stéľľō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stel- (θέτω, βάζω)

ουσιαστικό σταλίκι · σταλίκια · σταλικιού · σταλικιών

  1. πάσσαλος στον οποίο οι ψαράδες έδεναν κάτι (π.χ. τα δίχτυα) ή χρησίμευε ως ορόσημο
  2. μακρόστενο κοντάρι (συνήθως με διχαλωτή άκρη) που το βυθίζουν οι βαρκάρηδες σε αβαθή νερά και πιέζοντάς το στο βυθό κινούν τις βάρκες τους

Στα αγγλικά

  • setting pole pole for pushing out boats — see also gaff, hook, pike pole, boathook

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"σταλίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σταλίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9

Chicago

"σταλίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σταλίκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}