σταματάω
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
σταματάω
- sta.maˈta.o
Откуда оно
σταματάω < σταματ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σταματῶ < στάμα (κάθισμα) < ἵσταμαι
глагол σταματάω · σταματώ · σταμάτησα · σταματιέμαι · σταματημένος
- διακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος σταμάτα τον πριν κάνει κάτι που θα το μετανιώσει
- διακόπτω μια δική μου ενέργεια σταμάτα τις ανοησίες
- παύω να κινούμαι το αυτοκίνητο δε σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι
По-английски
- bring up stop or interrupt
Обсудить это слово "σταματάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. σταματάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89 "σταματάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {σταματάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}