στατιστική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στατιστική
Where it comes from
στατιστική < γερμανική Statistik < νεολατινική statisticum < λατινική status < sto < πρωτοϊταλική *staēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sth₂éh₁yeti < *steh₂- (ἵστημι)
noun στατιστική · στατιστικές · στατιστικής · στατιστικών
- η επιστήμη της μέτρησης, καταγραφής και ανάλυσης αριθμητικών δεδομένων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για κάποιο τομέα είτε για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το παρελθόν ή για εκτίμηση του μέλλοντος με το νόμο των πιθανοτήτων για θέματα υγείας, την πρόβλεψη σεισμών ή επιδημιών, την πορεία μιας επιχείρησης, την παιδεία, την πορεία των οικονομικών μιας οικογένειας κ.λπ. ※ Μέχρι πότε θα διαιωνίζουμε το «θέσφατο», ότι τάχα έχει αβαντάζ η ομάδα που εκτελεί το τελευταίο πέναλτι; Η στατιστική των Μουντιάλ αποδεικνύει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο: σε 11 από τις τελευταίες 12 αναμετρήσεις, κέρδισε αυτός που πήγε πρώτος στη βούλα. Η στατιστική δικαιώθηκε και στον αγώνα τ
adjective στατιστική · στατιστικές · στατιστικής · στατιστικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στατιστικός
In English
- statistics mathematical discipline
Talk about this word "στατιστική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. στατιστική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "στατιστική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στατιστική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}