Μίκουιν

σταφίδα

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

σταφίδα¹

  • staˈfi.ða

Από πού έρχεται

σταφίδα < μεσαιωνική ελληνική σταφίδα < ελληνιστική κοινή σταφίς < αρχαία ελληνική ἀσταφίς

ουσιαστικό σταφίδα · σταφίδες · σταφίδας · σταφίδων

  1. αποξηραμένο σταφύλι, ως ξηρός καρπός ※ Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύμ
  2. μετωνυμικά η σταφιδάμπελος
  3. familiar, figuratively, οικείο, μεταφορικά μεθυσμένος

Σταφίδα²

Από πού έρχεται

Σταφίδα < → λείπει η ετυμολογία

κύριο όνομα Σταφίδα · Stafida

  1. γυναικείο επώνυμο

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"σταφίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σταφίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"σταφίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σταφίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}