σταφυλικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σταφυλικός
- sta.fi.liˈkos
Where it comes from
σταφυλικός < σταφύλ(ι) (αρχαία ελληνική σταφυλή) + -ικός
:* για τον όρο της χημείας < σταφύλ(ι) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική racémique < λατινική racēmus (τσαμπί σταφυλιού)
:* για τον όρο της φωνητικής < σταφυλ(ή) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική uvulaire < λατινική ūvula, υποκοριστικό του λατινική ūva (σταφύλι)
adjective σταφυλικός · σταφυλική · σταφυλικό · σταφυλικού · σταφυλικής
- σχετικός με το σταφύλι σταφυλική παραγωγή (η παραγωγή σταφυλιών)
- που προφέρεται με τη σταφυλή το γαλλικό ⟨r⟩ είναι σταφυλικό παλλόμενο σύμφωνο που προφέρεται [ʁ] ( ^(ο ήχος του [ʁ] (βοήθεια·αρχείο)))
- που αφορά χημικές ουσίες που παράγονται κατά τη διαδικασία της οινοποίησης σταφυλικό οξύ, σταφυλική αλκοόλη
In English
- uvular of or relating to the uvula
Talk about this word "σταφυλικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σταφυλικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "σταφυλικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σταφυλικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}