ميكوين

στεγάζω

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

στεγάζω

  • steˈɣa.zo

من أين أتت

στεγάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στεγάζω < στέγη

فعل στεγάζω · στέγασα · στεγάζομαι · στεγάστηκα · στεγασμένος

  1. καλύπτω έναν χώρο τοποθετώντας στέγη
  2. παρέχω σπίτι ή κατάλυμα
  3. figuratively, μεταφορικά παρέχω χώρο και δυνατότητες να δραστηριοποιηθεί κάποιος ※ Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 176

بالإنجليزية

  • roof to cover or furnish with a roof

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"στεγάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στεγάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"στεγάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στεγάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}